Βγαίνει στην αυλή φέρνοντας μια πιατέλα γεμάτη ως επάνω κουτσομούρα. Σκοντάφτει στο μαρμαράκι της πόρτας, πάρ’ τα όλα κάτω. «Δε βαριέσαι», λέει στο λεπτό. «Ψι ψι ψι», έδωσε τα ψάρια στα γατιά. Μέχρι να φάνε εκείνα, σκουπίζει το ίδιο τηγάνι, ανάβει το πετρογκάζ, βάζει το τηγάνι επάνω με φρέσκο λάδι. Αυτή ήταν η γιαγιά μου. Τα έχανε όλα, άρχιζε από την αρχή.
18 Νοεμβρίου, 2025








